Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Κίτρινα δάκρυα

- Έχετε τυπικό προφίλ ημικρανιακού ατόμου, μου είπε. Θα σας το επιβεβαιώσει η ειδικός.
- Πώς το καταλάβατε; ρώτησα τον οφθαλμίατρο.
Είστε τελειομανής, τα θέλετε όλα άψογα, φαίνεται αυτό επάνω σας, θέλετε να τους ικανοποιείτε όλους και αναλαμβάνετε περισσότερες ευθύνες από όσες σας αναλογούν.
Όσο με είχε απέναντι και μου έπαιρνε το ιατρικό προφίλ, του έπαιρνα κι εγώ σιωπηλή το δικό του.
Παντρεμένος, τρία παιδιά, η φωτογραφία δίπλα στο τηλέφωνο. Μεγάλος πιά, κάπου το έχει ρίξει, αλλά δεν είναι το ποτό, δεν πίνει παρά μόνο με παρέα. Ήρθε κοντά μου πολύ, περισσότερο από όσο θα έπρεπε, νομίζω για να με μυρίσει. Τον μύρισα κι εγώ υποχρεωτικά. Έντιμη μυρωδιά, ανδρική. Πολλή καλοσύνη, λίγες πικρίες.
Εγώ παρίστανα το καλό παιδί, σταυρωμένα χέρια, προσήλωση στην εξέταση.
Η μόνη στιγμή που τα έχασα ήταν όταν με ρώτησε αν διαβάζω πολύ και του είπα όχι. Όχι πια.
- Γιατί; Πείτε μου, με ενδιαφέρει.
Ήθελα να του πω την αλήθεια, ότι θέλω να ζω, δεν θέλω να διαβάζω, με απογοήτευσαν τα βιβλία, με έπνιξαν στο τέλος, γέμισαν το σπίτι μου και δεν παίρνω ανάσα.
- Δεν έχω χρόνο, του είπα.
- Μην ανησυχείτε για τα κίτρινα δάκρυα, το κολλύριο είναι.

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

A Mid Summer's Nightmare

Ο κόσμος ξυπνάει σιγά-σιγά και μαθαίνει τα νέα. Μετράμε πάλι. Με ενοχλεί η καταμέτρηση. 70, 73, 80. Από το 73 στο 80 είναι 7 άνθρωποι. Επτά ανάσες ρε γαμώτο. Σε κάποιους θα λείψουν αυτοί οι επτά άνθρωποι κι όλοι οι υπόλοιποι μαζί. 
Κάποιοι, αμέτρητοι, θα πεθάνουν μέσα τους μετά από αυτό. 

Είμαι τόσο μα τόσο κακή με τους αριθμούς. Με μπερδεύουν αφάνταστα. Απορώ με τον κόσμο που θεωρεί ότι παρέχουν σταθερό σημείο. Κανένα σταθερό σημείο δεν παρέχουν, ούτε μένουν ποτέ σταθεροί οι αριθμοί. Νομίζω ότι και η μελέτη των αστεριών αυτό διδάσκει: μετακινούνται διαρκώς οι τροχιές, οι γαλαξίες, οι δορυφόροι, ο άξονας των πλανητών. Τίποτα δεν στέκει, τίποτα δεν μετριέται με ακρίβεια. Πυρετός 37.9, όχι πυρετός 38.1. Μία κύστη, όχι τρεις κύστεις. Πάνω από το όριο, κάτω από το όριο. Σκατά, θα έπρεπε να μην υπάρχει όριο, και στην πραγματικότητα δεν υπάρχει όριο. Μας επιβάλλεται το όριο. 

Εμένα μου αρέσουν τα απεριόριστα. Σ'αγαπώ απεριόριστα. Δεν σ'αγαπώ με όριο [*αν μου πεις αυτό, θα πάψω να σ'αγαπώ, - αν δεν μου κάνεις αυτό (το χατήρι), θα πάψω να σ'αγαπώ]

Μετράω αντίστροφα για τις διακοπές, μετράω πόσες είναι οι διακοπές, μετράω πόσες μέρες θέλω μετά τις διακοπές για να φύγω, πόσες μέρες μετά από το μετά τις διακοπές για να φτάσω, πόσα μειλ δεν απαντώ γιατί στρουθοκαμηλίζω, πόσα λόγια δεν είπα. Πόσα ραντεβού πρέπει να κλείσω όταν γυρίσω. Εχτές με πήρε τηλέφωνο ένας φίλος από τη Γερμανια κι έκλεισα μαζί του ραντεβού για τις 3 Οκτωβρίου. Ήθελα να του πω κάποια πικρία από το τηλέφωνο, αλλά γελούσε χαριτωμένα ο καημένος και τη γλύτωσε. 

Μετράω πόσα λεπτά θέλω στην Πατησίων από τη δουλειά μέχρι τον παιδικό (Δευτέρα 11 λεπτά, Τρίτη 19, Πέμπτη 14 λεπτά, αυτά θυμάμαι), πόσες σφήνες κάνω για να φτάσω ένα λεπτό νωρίτερα. Δεν αξίζει να τρακάρεις για να φτάσεις ένα λεπτό νωρίτερα, λέει ο Θ. Αξίζει να ρισκάρεις να τρακάρεις για να φτάσεις ένα λεπτό νωρίτερα, λέω εγώ. "Πάλι άργησε η μαμά μου" τον ακούω να λέει από μέσα. Δίκιο έχει. Άργησα πάρα πάρα πολύ. 

Υ.Γ. Σήμερα είναι η μέση του καλοκαιριού. Γιορτάζουν οι εραστές, οι τρελοί κι οι ποιητές. 

Lovers and madmen have such seething brains,
Such shaping fantasies, that apprehend
More than cool reason ever comprehends.
The lunatic, the lover, and the poet,
Are of imagination all compact. 

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

Graeme

Ο Graeme ζει τώρα στην Καλιφόρνια. Αλληλογραφούμε από το 1987. Τότε ζούσε στο Λονδίνο με τους γονείς του. Έφηβος, ένα χρόνο μεγαλύτερός μου. Είχε βάλει μια αγγελία στο Football Monthly κι εγώ απάντησα.
Τα πρώτα χρόνια μιλάγαμε μόνο για τη Liverpool και το αγγλικό πρωτάθλημα γενικώς, δεν ήθελε να λέμε τίποτα άλλο, όποτε δοκίμαζα να αλλάξω θέμα αντιστεκόταν. Κι όπως κάνω συνήθως με τα αγόρια, εγώ πήγαινα με τα νερά του.
Φυσικά με τα χρόνια αναπόφευκτα είπαμε κι άλλα.
Κάποια στιγμή παντρεύτηκε μια τρελή Δανέζα που του κατέστρεψε τη ζωή: εγκατέλειψε το σπίτι του στο Λονδίνο και τη δουλειά του στα αγγλικά ταχυδρομεία γιατί αυτή δεν άντεχε το Λονδίνο (αυτό και μόνο έλεγε πολλά, τη μίσησα), μετακόμισαν στη Δανία, αυτή μετά τον έδιωξε, κράτησε το σπίτι τους εκεί, αυτός γύρισε και μετά δεν έβρισκε δουλειά. Γενικώς έπαθε μεγάλο σοκ τότε. Τεράστιο.
Λίγα χρόνια μετά γνώρισε από το ίντερνετ μια Αμερικάνα, η οποία ήρθε στο Λονδίνο, τον γνώρισε από κοντά, τον πήρε στην Αμερική και παντρεύτηκαν. Fast track. Έχουν ένα αγοράκι, τον Aidan. Ζουν με την οικογένειά της εκεί, στο ίδιο σπίτι, αυτός φρικάρει αλλά κάνει υπομονή. Τον βλέπω να γερνάει πριν την ώρα του στις φωτογραφίες. Δίπλα του θα φαινόμουν σαν μαλακισμένη έφηβη κόρη που τη σπάει στον μπαμπά της.
Δεν συναντηθήκαμε ποτέ. Όταν πήγα εγώ στο Λονδίνο κάποια στιγμή (1995 νομίζω) κι έμεινα πολλές μέρες, εκείνος δεν μπόρεσε να με συναντήσει προφασιζόμενος διάφορες δικαιολογίες. Μιλήσαμε μόνο για λίγο στο τηλέφωνο, αλλά δυσκολευόμουν να καταλάβω τι έλεγε λόγω της προφοράς του και γενικώς υπήρχε, θυμάμαι, αμηχανία. Έκτοτε μου έγραφε κατά καιρούς πόσο το μετάνιωνε που δεν βρεθήκαμε. Τι σημασία είχε, καμία. Δεν του κράτησα ποτέ κακία, αλλά η αλήθεια είναι ότι όταν πήγα στην Καλιφόρνια πέρυσι δεν επιδίωξα να τον δω. Δεν ήταν κι εύκολο άλλωστε.
Αλληλογραφούμε πια σποραδικά στο facebook.
Απόψε μου είπε ότι είναι πάλι χωρίς δουλειά κι ότι τον πιάνουν κρίσεις πανικού.
Απόψε του είπα ότι κι εγώ που έχω δουλειά έχω κρίσεις πανικού. Μπορεί να είναι χαρακτηριστικό της ηλικίας μας.
Απόψε του είπα ότι έχω όλα τα γράμματά του.
Σοκαρίστηκε.
Πρότεινα να του τα στείλω να τα έχει ο γιός του.
Εκείνος δεν έχει τα δικά μου γράμματα, αλλά θυμάται πόση εντύπωση έκανε στη μαμά του ο γραφικός μου χαρακτήρας και τα αγγλικά μου.
Mom always used to say your writing was the neatest she's ever seen and didn't believe you was from Greece as your English was excellent
Ευτυχώς. Δεν με ενδιαφέρει να μείνει τίποτα από μένα, πολύ περισσότερο οι καταγραφές εκείνων των χρόνων. - Ψέμματα: θα ήθελα να τις διαβάσω μια φορά ακόμα κι έπειτα δεν θα με ένοιαζε να μείνουν, ας καταστρέφονταν.
Απόψε μου είπε οτι ακόμα μετανιώνει που δεν συναντηθήκαμε ποτέ.
Απόψε του είπα ότι θα τον βάλω στη λίστα μου, στη Λίστα των Πραγμάτων που Θέλω να Κάνω Πριν Πεθάνω.
Ας συναντηθούμε πριν πεθάνουμε, του είπα.




Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

O άγριος ακτινολόγος

Ήταν ψηλός, μελαχρινός, με μούσι, πολύ νέος. 
Με κοιτούσε και βαριόταν. Σίγουρα σκεφτόταν το κορίτσι του. 
Άλλωστε εκείνος ήθελε ένα πολύ συγκεκριμένο πράγμα από μένα. 

Εγώ είχα το πρόβλημα. Εγώ ήθελα περισσότερα, αλλά ντρεπόμουν να τα ζητήσω. Κλασικά. 

Ήθελα να μου μιλάει συνέχεια όσο το κάναμε και να με πάρει στο τέλος αγκαλιά. Ή και στην αρχή. 
Αλλά ντράπηκα να το πω στον ξένο άνθρωπο. Κλασικά. 

Δεν θέλω να ζητάω τίποτα. Θέλω να μου τα προσφέρουν, γιατί είμαι εγωίστρια.


Μου είπε να ξαπλώσω, μισογδύθηκα. 


Ήταν λίγο απότομος, ίδιον της ηλικίας του προφανώς. 


Μέσα σε πέντε λεπτά φρίκαρα. Του είπα ότι ήθελα να φύγω, να ανοίξω την πόρτα και να φύγω. 

Με έπιασε κρίση πανικού, φρίκαρα. Αλλά δεν ήθελα να κάνω υστερία, έχω και το σύνδρομο της Κυρίας πανάθεμά με. 

Παρακαλώ θα ήθελα να σταματήσουμε. Έχω πάθει κρίση πανικού. Σταμάτα τώρα, αυτή τη στιγμή, θέλω να φύγω.


Πάρε μια ανάσα, μου είπε. Μπορείς να το κάνεις. 


Μπορείς να μου μιλάς όλη την ώρα; Να ακούω τη φωνή σου σε όλη τη διάρκεια;


Όχι, μου είπε. Δεν γίνεται. 


Παραείσαι άγριος, του είπα. 


Και μετά μου είπε το μυστικό. Τι χαζός, δεν μου το είπε από την αρχή. 


Κλείσε τα μάτια σου, μου είπε. Και τα έκλεισα. 


Στην αρχή σκεφτόμουν ότι είμαι στη θάλασσα. 

Μετά άρχισα να μετράω. 
Μέτρησα τους ανθρώπους που με αγαπούν. 
Στην αρχή μου φάνηκαν λίγοι, αλλά είναι πολλοί, πάρα πολλοί, αναλογικά. 
Είμαι αχάριστη. Θέλω όλοι να με λατρεύουν, να είναι ερωτευμένοι μαζί μου. 
Είμαι εγωίστρια. 
Δεν σκεφτόμουν τον Π καθόλου. Τον είχα μπλοκάρει επίτηδες. Ούτε τη μαμά μου. Δεν ήθελα να κλάψω. 

Και μετά άρχισα να μετράω. 

Και μετά άρχισα να θυμάμαι. 
Προσπαθούσα να σκεφτώ ευτυχίες. 
Σοκαρίστηκα από το πόσα έχω ξεχάσει, πόσα λίγα θυμάμαι, ήθελα να έχω πιο πολλές πρόσφατες. 
Θυμήθηκα ένα ωραίο φιλί. 

Σκέφτηκα την πιο πρόσφατη στιγμή ευτυχίας: χτες το βράδυ, την ώρα της συναυλίας: στην αγκαλιά των φίλων μου, φύσηξε σε μια στιγμή ένα ωραίο αεράκι και σήκωσα τα μάτια και είδα μισό μικρό φεγγάρι. 


Μέτρησα μέχρι το 590. 


Εκείνος μου μιλούσε κατά διαστήματα και στο τέλος με καθοδήγησε για να τελειώσουμε. 

Βαθιά ανάσα. Κράτα την ανάσα σου μου έλεγε στο αυτί. 

Όταν τελείωσε μου είπε, είδες δεν είμαι και τόσο άγριος. 


Ναι, συγγνώμη. 

Συγγνώμη κι ευχαριστώ. Κλασικά. 

***Σήμερα έκανα μαγνητική τομογραφία κι ο ακτινολόγος μου ήταν εν τέλει μάλλον υπομονετικός άνθρωπος. 

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

Έξι φώτα μες στη νύχτα

Δε φαίνεται τώρα που είναι μέρα, αλλά όλη τη νύχτα απέναντι στην Πάρνηθα έλαμπε ο φάρος μου. Τα έξι φώτα του Μον Παρνες. Όπου κι αν είμαι και τα βλέπω, μου λένε προς τα που είναι το σπίτι μου. Προς τα που να κατευθυνθω για να βρω το δρόμο να γυρίσω.

***
Το πάρκινγκ του Ιασώ είναι ένας μικρόκοσμος της νεοελληνικής κοινωνίας. Καγκουρό που γκαζωνουν ανάμεσα στους πεζούς, τύπισσες που πανε ανάποδα γιατί ποτέ τους δεν παρατήρησαν οτι πρέπει να κάθονται δεξιά, αισιόδοξοι γέροι και γεροντοτεκνα, κορίτσια με καυτά σορτς και κορίτσια που περπατάνε καμαρωτα σαν φρεγάτες. Έγκυες που αισθάνονται σπουδαίες αυτοδικαίως.

Μου αρέσει να παρατηρώ το βλέμμα των αντρών που κουβαλάνε δώρα και μπαλόνια από το μαιευτήριο απέναντι. Απορροφημένοι στις σκέψεις τους, ρίχνουν κλεφτές ματιές γύρω, αναλογίζονται πόσο θα αλλάξει η ζωή τους. Φυσικά δεν έχουν ιδέα. Οταν αναπόφευκτα πέφτει το βλέμμα τους σε κανένα όμορφο κορίτσι (θα έχουν καιρό να κάνουν οικιακό σεξ), το μαζεύουν μόνοι τους ενοχικά, γιατί θυμούνται την ταλαιπωρημένη λεχώνα. Μου αρέσει να αναζητώ και να πιάνω αυτή τη στιγμή.

***
Απόψε είναι το πάρτυ γενεθλίων της Λυδίας κι ο Π. δεν θα είναι εκεί. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι γίνεται μόλις λίγα μέτρα από εδώ, είχαμε πάρει ένα ωραίο δώρο, κλπ. Ευτυχώς είναι σε μια ηλικία που η αποτυχημένη συνάντηση με το υποκείμενο του πόθου δεν τον πληγώνει.

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

20 χιλιόμετρα

Θα μπορούσα να καταφύγω στην εύκολη λύση και να κάνω μια παρομοίωση ανάμεσα στο στατικό ποδήλατο και τη ζωή (τρέχεις, τρέχεις, κουράζεσαι κι όλο στο ίδιο σημείο μένεις, σαν φουκαριάρικο χάμστερ στον τροχό του). 


Αλλά προτιμώ να σκέφτομαι πόσο μακριά θα έφτανα με τα 20 χιλιόμετρα που διάνυσα απόψε μέσα στη νύχτα. Όχι αρκετά μακριά, αλλά πάντως κάπου αλλού, όχι εδώ. 

Θα ξεπέζευα από το ποδήλατό μου και θα έμπαινα σε ένα παλιό αναψυκτήριο στη μέση του πουθενά.
Θα ήμουνα ιδρωμένη γι'αυτό θα παράγγελνα μια μπύρα (τι μπύρα; δεν έχω ιδέα) και θα την έπινα από το μπουκάλι γιατί θα σιχαινόμουνα να την πιώ από το βρώμικο ποτήρι. 
Θα ακουγόταν Βοσκόπουλος από ένα παλιό στέρεο - "Λάθος δρόμο πήραμε καρδιά, ρίξαμε ανάποδη ζαριά". 
Στην τηλεόραση θα είχε δελτίο ειδήσεων. Χωρίς ήχο. Θα έδειχνε μια διαρροή σε ένα πυρηνικό εργοστάσιο σε μια γειτονική χώρα. Κάτι μακρινό, αλλά που σε αφορά. 

Θα τελείωνα τη μπύρα μου με το ζόρι, όπως κάνω συνήθως. 
Θα πλήρωνα και θα έβγαινα στο δρόμο και θα κρύωνα. 
Θα ανέβαινα στο ποδήλατο να γυρίσω πίσω μέσα στη νύχτα. Αλλά θα ήμουν τόσο κουρασμένη που δεν θα είχα κουράγιο να κουνήσω τα πόδια μου. 

Θα καθόμουν απελπισμένη στο πεζοδρόμιο με τα πόδια μέσα στο ρείθρο και το ρείθρο θα είχε νερά. 
Γιατί έτσι. Θα είχε νερά. 

Θα κοίταζα στην Εθνική τα αυτοκίνητα να τρέχουν το ένα πίσω από το άλλο με φόρα προς τα μπρος, σαν βέλη. 

Μπορεί όμως όλα αυτά να τα γράφω γιατί δεν ξέρω να κάνω αληθινό ποδήλατο. Και γιατί ποτέ δεν υπολογίζω την επιστροφή.  









Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

Λουδοβίκος



Δεν έχω ιδέα σε τι συνθήκες τραβήχτηκε αυτή η φωτογραφία της Αλίκης, που ή πότε.  
Αλλά με συγκινεί με έναν τρόπο ολότελα μοναδικό, γιατί είχα κάποτε κι εγώ έναν λευκό κόκκορα κατοικίδιο, το Λουδοβίκο.  

Μεγάλη ιστορία, δεν θυμάμαι πόσων χρονών ήμουνα, αλλά υπολογίζω με βάση το θάνατο του παππού μου ότι πρέπει να ήμουν γύρω στα 7. 
Είχαμε ερωτευτεί με τον Λουδοβίκο νομίζω. Τον αγαπούσα πάντως και μ'αγαπούσε κι εκείνος τρελά. Ζούσαμε στο περιθώριο του φυσιολογικού. Θέλαμε να είμαστε μαζί διαρκώς. Κοιμόταν επάνω μου, περπατούσα και καθόταν στον ώμο μου σαν παπαγάλος, θυμάμαι. Όταν αισθανόμουνα λυπημένη με τσίμπαγε με το ράμφος του, χαϊδευόταν, έκανε γουργουρητούς ήχους.

Στο τέλος ενός καλοκαιριού μας χώρισαν, έμεινε εκείνος στο χωριό "γιατί έπρεπε να μάθει να ζει με άλλες κότες και κοκκόρια". Εγώ έπρεπε να γυρίσω στην Αθήνα να πάω σχολείο. Δεν έχω εικόνα από τη στιγμή του αποχωρισμού. Την έχω διαγράψει τελείως. 

Εκείνος δεν προσαρμόστηκε ποτέ στη ζωή του κοτετσιού, τον παρενοχλούσε άλλωστε ο ήδη υπάρχων ηγεμόνας. Είμαι σίγουρη ότι δεν καταδέχτηκε ποτέ να κάνει έρωτα με καμία κότα. Ή μπορεί να ήθελε και να φοβόταν.

Ο Λουδοβίκος ήταν ένας ευγενής. Αληθινός ευγενής. Η λευκότητά του αντικατόπτριζε ας πούμε και μια ηθική ανωτερότητα. 
Προκειμένου να ζήσει μια ζωή υποφερτή και να γλυτώνει τις παρενοχλήσεις αποτελεσματικά, όταν με έχασε, έγινε φίλος με το γάϊδαρο του παππού μου και περνούσε τη ζωή του καθισμένος στη ράχη του. Είχε γίνει ο καημένος θέαμα περίεργο στο χωριό. 
Ένας μεγάλος λευκός κόκκορας επάνω σε ένα γάϊδαρο. 

Πέθανε κάποια στιγμή στη μέση του χειμώνα μετά το καλοκαίρι που τον άφησα. Μου είπαν ότι τον έφαγε μια αλεπού ή πέθανε από το κρύο. 
Δεν είναι πιο λογικό ότι πέθανε από λύπη;